Μέχρι σήμερα έχουμε δει πολλές οπτικοακουστικές παραγωγές εμπνευσμένες από τον Λάβκραφτ που άλλοτε καταφέρνουν να αγγίξουν το μεγαλείο της λογοτεχνίας του, ενώ άλλοτε απλά προσπαθούν να μας πείσουν (ατυχώς) πως διαθέτουν έστω και κάτι το λαβκραφτικό. Τι γίνεται όμως, όταν το αποτέλεσμα, όχι απλά είναι ποιοτικό, αλλά και προέρχεται από την ίδια σου την χώρα;
Έτσι, περήφανος το ομολογώ, ένιωσα όταν μόλις πρόσφατα γνώρισα την ύπαρξη δυο διαφορετικών, αλλά εξίσου δυνατών παραγωγών, στο χώρο της μουσικής αλλά και του κινηματογράφου, που φέρουν υπογραφή ελληνική.
Στην πρώτη περίπτωση λοιπόν, μιλάμε για έναν νεαρό, αλλά πολλά υποσχόμενο καλλιτέχνη από την Αθήνα που υπό τον τίτλο The Seal Of R'Lyeh, έχει συνθέσει δυο άκρως εντυπωσιακά dark ambient συλλογές, το Unnausprelichen Kulten (The novel of the Black Seal) και το From the Ruins of Sarkomand που αποτελεί μια συγκεντρωτική δουλειά καθώς περιέχει όλες τις προηγούμενες κυκλοφορίες του μουσικού, σε ένα cd.
Όσοι ενδιαφέρεστε να μάθετε περισσότερα για τον Kezaiah Meyson και την μουσική του περιπλάνηση (όπως και να αποκτήσετε το δικό σας αντίτυπο από την σκοτεινή του μουσική) δεν έχετε παρά να επισκεφτείτε τον επίσημο ιστότοπο του, εδώ.
Περνώντας τώρα στην Μεγάλη Οθόνη, μου γνωστοποιήθηκε πρόσφατα η ύπαρξη μιας καλογυρισμένης ταινίας, όπου πίσω από τον φακό της κάμερας κρύβεται ο σκηνοθέτης Γιάννης Τζουβελέκης. Πρόκειται για το Shadow Beyond Time, μια ελληνική ταινία μικρού μήκους που είναι βασισμένη στις ιστορίες του Λάβκραφτ, Shadow Out Of Time και Shadow Over Innsmouth.
Γυρισμένη το καλοκαίρι του 2010, η ταινία διηγείται την παράξενη ιστορία του καθηγητή του Πανεπιστημίου της πόλης του Arkham, Nathaniel W. Peaslee, που μετά από μια σειρά περίεργων περιστατικών και οραμάτων, συνειδητοποιεί ένα μεγάλο μυστικό που θα αλλάξει για πάντα την ζωή του. Ολόκληρη την ταινία, μπορείτε να την δείτε εδώ.

The first issue of Starfire was published in 1986, and the fifth issue appeared in 1994. These years encompass Volume One, the constituent issues of which have long been out of print and appear but rarely on the second-hand market. This selection of articles and artwork from these first five issues is newly typeset, and the artwork has wherever possible been freshly scanned to give sharper and clearer reproduction. The draft for the cover reproduced here to the right incorporates beautiful artwork by Kyle Fite.
Ecpyrosis will be available (in winter 2010) in both a softbound and a limited hardbound edition.
The contents include:
From the first issue (1986):
Great Dismal by Linda Falorio – a short story of the evocation of a creature from the chthonic depths of Great Dismal Swamp;
Going Beyond by Michael Staley – an essay on non-duality;
The Stélé of Revealing and the Abomination of Desolation by Stephen Dziklewicz – an essay considering the gematria and other aspects arising from these twin terms of The Book of the Law.
From the second issue (1987):
Cults of Cthulhu by Peter Smith – an essay on H. P. Lovecraft and the Cthulhu Gnosis;
The Hiss of the Serpent by Stephen Dziklewicz – considerations of the serpent and related imagery in The Book of the Law.
From the third issue (1989):
A Statement on Lam – setting out some techniques to facilitate contact with Lam;
The Heart of Thelema by Michael Staley – considerations of Thelema;
Disciple of Dagon by Peter Smith – a study of Clark Ashton Smith;
The Babalon Working consists of two parts: Belovèd of Babalon by Michael Staley – a study of Jack Parsons; and The Book of Babalon by Jack Parsons – his detailed account of the Babalon Workng which he performed with Marjorie Cameron and L. Ron Hubbard.
From the fourth issue (1992):
Meditations on Liber AL by Lindsey Calvert – considerations of The Book of the Law;
Ciphers in Flesh by Mouse – on poetry as inspired text;
The Vision and the Voice by Michael Staley – an introductory essay on Crowley's 1909 Working.
And finally, from the fifth issue (1994):
Zos: The New Flesh of Desire by Gavin Semple – an examination of the sorcery of Austin Osman Spare;
Lam: The Gateway by Michael Staley – an essay on Lam;
Wisdom for the New Flesh by Andrew Chumbley – some considerations of a modern sorcery;
Supping at the Angel & Feathers by Michael Staley – an essay on the Knowledge and Conversation of the Holy Guardian Angel.
For more information, visit here.

Ένα από τα πιο πρόσφατα παράξενα μουσικά στολίδια της συλλογής μου, είναι το Dagon του πολυμορφικού καλλιτέχνη Γλαύκωψ από τα Εξάρχεια των Αθηνών. Η εν λόγω συλλογή αποτελείτε από 4 κομμάτια dark ambient που κάλλιστα θα μπορούσαν να συνοδεύσουν μια ατμοσφαιρική μεταφορά των έργων του Λάβκραφτ, ή ακόμη και τις επικλιτικές εργασίες των μυστών του Ρεύματος του Νεκρονομικόν.
Για να μάθετε περισσότερα για τον καλλιτέχνη, πατήστε εδώ.
Για να αποκτήσετε το CD, πατήστε εδώ.
Εδώ γράψε το υπόλοιπο post.

Δέχτηκα σήμερα ένα ευχάριστο μήνυμα από κάποιον έλληνα αναγνώστη της ιστοσελίδας, στο οποίο μοιραζόταν μαζί μου ένα ιδιαίτερο ηχητικό δημιούργημα του, μια μουσική εξερεύνηση στον χώρο της Dark Ambient Ritual, μέσα από την οπτική του Νεκρονομικόν.
Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για τους Dark Awake και την τελευταία τους δημιουργία που φέρει τον τίτλο Imago Typhonis.
Η μουσική τέχνη της ομάδας είναι ένα ατελείωτο καλειδοσκόπιο από ονειρώδες ηχοχρώματα που οδηγούν σε πρωτόγνωρα πεδία συνειδητότητας. Αποτελεί μια έκφραση όσο και μια έρευνα των μελών στην μαγική φιλοσοφία και πρακτική του Left Hand Path μέσα από διάφορες σχολές όπως το Luciferian witchcraft, και φυσικά το Ρεύμα του Νεκρονομικόν.
Σκοπός του όλου εγχειρήματος είναι η δημιουργία του κατάλληλου κρασδαμικού πλαισίου χάρις του οποίου θα μπορέσει η συνείδηση του ατόμου να περάσει τις πύλες που οδηγούν στα κλιφωθικά τούνελ του Σεθ.
Τέλος, αξίζει να σημειώσω πως στην εν λόγω μουσική εμπειρία, ανάμεσα στα γνώριμα μουσικά όργανα και τα απαραίτητα ηχητικά εφέ, ακούγονται ήχοι από ανθρώπινα κόκκαλα (kanglings) τα οποία χρησιμοποιούνται σε ποικίλες εσωτερικές τελετές όπως αυτές του αποκρυφιστή Michael Ford, αλλά και πιο παραδοσιακά, στην Ταντρική πρακτική Chod.
Για περισσότερες πληροφορίες για τους Dark Awake, δείτε εδώ.
του Γιώργου Ιωαννίδη
Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που καθόταν ακλόνητος στον μεγάλο λίθινο θρόνο του. Ο θρόνος αυτός είχε χτιστεί ακριβώς στο κέντρο ενός περίλαμπρου παλατιού που όλες οι αυτοκρατορίες της πλάσης ζήλευαν. Μόνο που σήμερα, το παλάτι αυτό δεν υπήρχε πια. Το μνημείο είχε καταρρεύσει πριν από αιώνες, ενώ ακόμη πιο πριν, τον τόπο είχαν εγκαταλείψει όλοι οι άνθρωποι και τα ζωντανά. Κάπως έτσι, η άλλοτε πλούσια πόλη θάφτηκε κάτω από νεκρό χώμα και τα πάντα έγιναν έρημος – όλα εκτός από τον μεγάλο λίθινο θρόνο και τον βασιλιά που καθόταν επάνω του.
Όταν πριν από πολλά φεγγάρια ο τόπος υποδέχτηκε τον βασιλιά του, οι γιορτές κράτησαν μερόνυχτα και όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Μετά το γλέντι όμως, τα πάντα πάγωσαν και μια πρωτόγνωρη θλίψη απλώθηκε παντού. Ήταν τότε που ο βασιλιάς σώπασε και έκατσε στον μεγάλο του θρόνο για να μην σηκωθεί ποτέ ξανά.
Οι μέρες έγινες βδομάδες, οι βδομάδες μήνες, οι μήνες χρόνια, τα χρόνια αιώνιες και ο χρόνος περνούσε αλλάζοντας τα πάντα, τα πάντα εκτός από τον μεγάλο λίθινο θρόνο και τον βασιλιά που καθόταν επάνω του.
Και εκείνος έμενε εκεί, σιωπηλός και ατάραχος, τυλιγμένος μ’ έναν βαρύ γκρίζο μανδύα που κάλυπτε και χιτώνες που είχαν χάσει το βασιλικό τους χρώμα – καθισμένος πάντα στον μεγάλο λίθινο θρόνο του. Μέχρι που…
Μέχρι που μια μέρα ένας ξένος που βάδιζε τους λόφους της ερήμου με ευκολία, έφτασε στον ξεχασμένο αυτό τόπο. Από μακριά φαινόταν σαν μια κουκίδα σκοτεινή, όπως μαύρο ήταν και το χρώμα της επιδερμίδας του. Όταν όμως πλησίασε, φάνηκε καθαρά το ψηλόλιγνο σώμα του και το πονηρό του βλέμμα.
«Έ γέρο» φώναξε ο ξένος με περίεργη προφορά «πόσο ακόμη θα κάθεσαι εδώ σ’ αυτή την γη των νεκρών;»
«Φύγε» ψέλλισε αδύναμα ο βασιλιάς.
«Τι πράγμα; Έχεις ακόμη ανάσα στα πνευμόνια σου και μου απαντάς;» είπε κοροϊδευτικά ο μαύρος ταξιδιώτης και πλησίασε ακόμη μερικά βήματα στον θρόνο.
«Φύγε από εδώ» είπε ξανά ο βασιλιάς, βάζοντας αυτή την φορά λίγο περισσότερη δύναμη στην κουρασμένη φωνή του.
«Άκου προσεχτικά ξεπεσμένε άρχοντα. Κανείς ποτέ δεν τόλμησε να μου δώσει εντολή για το τι εγώ θα πρέπει να πράξω. Γιατί λοιπόν να είσαι εσύ ο πρώτος;»
«Φύγε από το παλάτι μου…» είπε ο βασιλιάς και το σώμα του άρχισε να τρέμει από την προσπάθεια να βρει το κουράγιο και να πει ακόμη πιο δυνατά αυτά τα λόγια.
«Ποιο παλάτι ανόητε και φτωχέ; Τίποτα δεν βρίσκεται στην θέση του από όσα εσύ θυμάσαι. Όλα παραδόθηκαν στην διάθεση του χρόνου, όλα έσβησαν από την μνήμη αυτής της γης, όλα εκτός από εσένα και τον θρόνο σου».
Τότε ο βασιλιάς σήκωσε το σκυμμένο του κεφάλι και με το ρυτιδιασμένο του χέρι απομάκρυνε τα μακριά του μαλλιά για να μπορέσει να δει καλύτερα τον βλάσφημο ξένο. Αλλά καθώς είχαν περάσει τα χρόνια, τα μάτια του καθρέπτιζαν θολά ολόκληρο τον εξωτερικό κόσμο. Και με μια ανάσα βαθιά, έσκυψε πάλι μουρμουρίζοντας μερικές κουβέντες.
«Βρήκες… βρήκες και έφερες πίσω… το στέμμα μου;»
«Κανένα στέμμα δεν κουβαλώ – ποιος θεός χρειάζεται στέμμα;»
«Δεν είσαι θεός!» ψιθύρισε ο βασιλιάς και ο ξένος γέλασε με τρανταχτή φωνή, τόσο δυνατή που ακούστηκε σ’ όλη την απέραντη έρημο.
«Είμαι περισσότερο από αυτό που μπορείς να καταλάβεις» είπε ο ξένος πλησιάζοντας τα χείλη του στο αυτί του βασιλιά «είμαι αυτός που φέρνω τα μηνύματα από εκείνους που κατοικούν έξω από τις Γωνίες του κόσμου».
Τα λόγια του ξένου τρομάξουν τον γέρο βασιλιά που τώρα έτρεμε σύγκορμος πάνω στον θρόνο. Δίπλα του στεκόταν ο οδηγός των προγόνων του. Αυτός που ο λαός του δόξαζε και έτρεμε μαζί, ο αρχαίος Νυαρλαθοτέπ.
«Συγχώρεσε με…» κατάφερε να πει
«Ανόητε και φτωχέ» απάντησε εκείνος.
«Λύτρωσε με Κύριε!»
«Δεν είμαι εγώ αυτός που μπορεί να το καταφέρει τούτο».
«Αν όχι εσύ τότε ποιος θα φέρει πίσω το στέμμα στον βασιλιά που το έχασε;»
«Ανόητε και φτωχέ! Γι’ αυτό λοιπόν κάθισες για πάντα σ’ αυτόν τον θρόνο; Επειδή έχασες το στέμμα της βασιλείας σου;»
«Έστειλα άνδρες να ψάξουν από άκρη σ’ άκρη το παλάτι. Έστειλα αγγελιοφόρους να διαλαλήσουν πως όποιος βρει και φέρει πίσω το άγιο στέμμα θα κάτσει δίπλα μου στο θρόνο. Μα τίποτα! Ο καιρός περνούσε και κανείς δεν έβρισκε το στέμμα. Έτσι και εγώ αποφάσισα να κάτσω εδώ και να περιμένω πότε το στέμμα θα φτάσει πίσω σ’ εμένα. Διότι ο κόσμος δεν είναι μεγάλος, και ό,τι χάσεις σ’ αυτόν, πάλι μια μέρα πίσω σε εσένα θα γυρίσει. Έτσι δεν είναι Κύριε;»
Ο Νυαρλαθοτέπ τότε χτύπησε απαλά τον βασιλιά στον ώμο και σκύβοντας ξανά προς το μέρος του, του είπε «Αν λαχταράς το στέμμα σου και την αλήθεια όλη, σήκω και έλα μαζί μου!»
«Φτάσε εκεί ψηλά» είπε ο μαύρος Νυαρλαθοτέπ. «Ανέβα την σπείρα, πέρασε από τις εφτά πύλες και θα βρεις την αλήθεια που αναζητάς».
Και αφού είπε αυτά χάθηκε.
Τότε ο βασιλιάς, συγκεντρώνοντας τις τελευταίες δυνάμεις που του απέμεναν, άρχισε να σκαρφαλώνει τα μεγάλα σκαλοπάτια μέχρι που έφτασε στην πρώτη πύλη. Εκεί, σμιλεμένη πάνω στην πέτρινη αψίδα είδε σε αρχαία γραφή μια εντολή που έλεγε περίπου τα εξής: «Δώσε για να Λάβεις. Χτύπα και θα σου Ανοιχτεί. Πέθανε για να Ζήσεις».
Και έτσι ο βασιλιάς έβγαλε τον μακρύ και πλούσιο μανδύα του και το άφησε στο κατώφλι της αρχαίας πύλης. Έπειτα άρχισε να χτυπά, μέχρι που τα δυο ξύλινα φύλα άνοιξαν και ένα αλλόκοσμο φως τον έλουσε καίγοντας λίγο από την σάρκα στο πρόσωπο του. Ήταν αυτό που οι παλαιοί ονόμαζαν Βάπτισμα των Άστρων.
Δίχως να χάσει το κουράγιο του, ο βασιλιάς συνέχυσε στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν μακριά και ψηλά από το έδαφος. Και φτάνοντας σε κάθε νέα πύλη οι προσφορές που έκανε ήταν ακόμη μεγαλύτερες. Γιατί οι παλαιοί λέγανε πως ο πόνος μας αφυπνίζει από τις ψευδαισθήσεις – ήταν αυτό που όριζαν ως Χρυσό Μυστικό.
Όταν τελικά πέρασε και την έβδομη πύλη, έμεινε εντελώς γυμνός από ρούχα ενώ το σώμα του ήταν αγνώριστο από τις γλώσσες του πυρός που κάθε τόσο έγλυφαν το κορμί του. Και τότε, μόνος, ταλαιπωρημένος και πιο ψηλά από κάθε τι άλλο που μπορεί να σκαρφαλώσει στον ουρανό, έψαξε γύρω του για το στέμμα. Όμως δεν υπήρχε τίποτα παρά μονάχα φως, και απελπισμένος, έκανε ένα βήμα μπροστά πιστεύοντας πως όλα ήταν μάταιο και πως ο μαύρος θεός τον είχε κοροϊδέψει.
Σήκωσε λοιπόν το πόδι του και πάτησε στο ατελείωτο φως που απλωνόταν μπροστά του. Έκλεισε τα μάτια του, και περίμενε το τέλος στο μαρτύριο της ζωής του…
Αλλά το τέλος δεν ήρθε ποτέ, γιατί το φως χάθηκε και σκοτάδι σαν αυτό που δεν είδε ποτέ ανθρώπινο μάτι γέμισε τον κόσμο όλο. Μουσική ακούστηκε να φτάνει από μακριά, ήχοι μιας περίεργης φλογέρας και ο βασιλιάς ένιωσε να περιστρέφεται σ’ ένα χορό πιο αρχαίο και από τον χρόνο.
Όλα γύρω του ήταν σκοτεινά, μα ακόμη πιο σκοτεινό ήταν αυτό που στο κέντρο του χορού έδενε τα πάντα σε μια ενότητα.
Πάνω στον άνεμο της πνοής του χάους άρχισε να χορεύει ο βασιλιάς και γελώντας σαν τρελός πηδούσε ανάμεσα στις γωνίες του απόλυτου κενού. Η μέθη αυτής της έκστασης τον έκανε ξανά παιδί και λίγο πριν επιστρέψει στην αρχή του, ένιωσε πως είδε σε μια στιγμή της στιγμής το πρόσωπο του Τυφλού θεού που την Μαύρη Φλόγα της Θέλησης του κρύβουν όλοι οι άνθρωποι στις σπηλιές της ψυχής τους.
Και τότε τρόμαξε από το θέαμα γιατί ο νους δεν μπορούσε να κατανοήσει τα μυστήρια αυτά.
Και τότε ξύπνησε σαν από εφιάλτη πίσω και πάνω στον θρόνο που για αιώνες καθότανε. Μόνο που…
Μόνο που το παλάτι στεκόταν τώρα λαμπρό στην θέση του. Οι αυλικοί βάδιζαν με χαρά τρώγοντας και πίνοντας. Ο λαός δόξαζε το όνομα του βασιλιά και οι μυρωδιές από τα φρεσκοανθισμένα λουλούδια των δέντρων γέμιζαν τον τόπο όλο.
Ο βασιλιάς καθόταν στον αρχαίο λίθινο θρόνο των προγόνων του, και στο κεφάλι φορούσε το στέμμα που ποτέ δεν είχε χάσει.
Σημείωση: Όσοι ενδιαφέρονται, μπορούν να διαβάσουν και δυο ακόμη ιστορίες μου από την Μυθολογία Κθούλου, εδώ και εδώ.
Διαβάστε περισσότερα...

Musica Cthulhiana
The Fourth
CD – Horror Soundtrack
The Fourth by Musica Cthulhuhia is a horror soundtrack published in association with Pegasus Spiele, the German Call of Cthulhu publishers.
The 78 minute audio CD features fourteen tracks grouped into four 'cycles':
Cycle one: From Beyond
Cycle two: 46 - 18B
Cycle three: Earth
Cycle four: Sin
The music is predominantly instrumental (electronic and acoustic) and it could be best described as an ambient synthesis particularly well suited to its goals: as background music for horror roleplaying and as a reflective work to relax and cogitate to.
This audio CD is not just a general 'Horror Soundtrack' but specifically relates to moods and themes for Call of Cthulhu. The accompanying insert booklet features a two page advertisement for Pegasus' Cthuloide Welten magazine and the German Call of Cthulhu RPG, so that would seem pretty clear.
The only language to be heard on the soundtrack is on track 7: 'By a Mad Mind' - English with a Germanic accent, quite gothic.
To make up your own mind, sample MP3 tracks are available to listen to via the fourthcycle.de web site.
The CD can be ordered from Pegasus Spiele or Amazon.de directly.
Οι Κόσμοι του Λάβκραφτ
Απόκρυφα: 1
Εκδ.: Intro Books
Σελ.: 48
Η αγάπη της 9ης τέχνης για τον κοσμικό τρόμο έτσι όπως τον απεικόνισε ο Χ.Φ. Λάβκραφτ είναι ιδιαίτερα μεγάλη και τα τελευταία χρόνια οι εικονογραφημένες μεταφορές των ιστοριών του είναι πολυάριθμες.
Πριν λίγες μέρες λοιπόν, κυκλοφόρησε ένας νέος σκληρόδετος τόμος με 48 σελίδες που ζωντανεύουν την Μυθολογία Κθούλου.
Από το δελτίο τύπου του άλμπουμ, διαβάζω τα εξής:
Από την νύχτα των χρόνων, οι σκοτεινοί Θεοί διαφθείρουν τον κόσμο μας. Είναι οι Μεγάλοι Παλαιοί. Η τρέλα είναι το πρόσωπο τους. Ο τρόμος το βασίλειο τους. Το ξύπνημα τους πλησιάζει...
Στο ξεχωριστό αυτό έργο θα βρείτε τις εικονογραφημένες ιστορίες του Λάβκραφτ όπως: Σημάδι Δίχως Όνομα, Ντάγκον, Το Τελευταίο Ταξίδι του Κόνσταμπλ Σουάν, Τουνγκούσκα και Σφαγή στο Λύκειο Μισκατόνικ.
Ας σημειωθεί πως στην χώρα μας είναι η τρίτη φορά που βγαίνει κόμικ επηρεασμένο από το Mythos (βλέπε εδώ και εδώ). Ελπίζω σύντομα να προκύψουν και άλλοι τίτλοι…

H.P. Lovecraft's Call of Cthulhu
Michael Zigerlig
Εκδ: Transfuzion
Σελ: 72
Transfuzion comics is presenting a special graphic novel! Call of Cthulhu, written and illustrated by Michael Zigerlig and with an introduction by H. R. Giger…
An adaptation of one of H.P. Lovecraft’s most influential works. Staying true to the original work, Swiss writer/artist Michael Zigerlig, narrates the tale with the original prose of three points of view describing the horror of Cthulhu. Generally regarded as Lovecraft’s masterpiece, this tale, as many of Lovecraft’s work, influenced generatioins to come.
H. R. Giger, famed biomechanical artist and creator of the look of Alien, was so influenced by Lovecraft that he provides the introduction to this graphic novel.

Η Πόλη στον Βυθό
Μια ιστορία της Μυθολογίας Κθούλου
από τον Γιώργο Ιωαννίδη
Τα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο του ήταν μάλλον αυτά που με γοήτευσαν αρχικά. Είχε ένα γαλήνιο βλέμμα που σε συνδυασμό με το αρρενωπό του ύφος σε έκανε να τον ερωτευτείς εύκολα. Αυτός ήταν ο μυστηριώδης νεαρός ξένος που συναντούσα κάθε βράδυ όταν γυρνούσα από την δουλειά στο σπίτι.
Μπαίναμε στο ίδιο λεωφορείο –με διαφορά μιας στάσης– και οι δρόμοι μας χώριζαν αρκετή ώρα αργότερα, δίχως ποτέ όμως να έχουμε ανταλλάξει μια κουβέντα… μονάχα εγώ, να τον παρακολουθώ πιστά και στα κρυφά πίσω από τους δεκάδες όρθιους που μας χωρίζανε.
Δεν το κρύβω πως πολλές φορές είχα φανταστεί να τον πλησιάζω και με κάποιο πρόσχημα να του πιάνω το χέρι τρυφερά. Και τότε εκείνος θα με κοιτούσε. Θα μου χαμογελούσε και θα… χμ… ναι, καλά! Αυτά συμβαίνουν μόνο στα όνειρα μου!
Σήμερα πάντως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο όμορφος ξένος μου (που μάλλον ήταν πιο γοητευτικός από ποτέ) μπήκε κανονικά στην στάση του, μπλέχτηκε κανονικά ανάμεσα στο πλήθος, άκουγε κανονικά την μουσική του από τα λεπτά, λευκά ακουστικά του, μόνο που… μόνο που ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι και με είδε!
Και τότε μου χαμογέλασε – ένιωσα να σβήνω. Φοβήθηκα, όχι χάρηκα… δεν ξέρω. Ήταν σαν ένα όνειρο, ένα περίεργο όνειρο.
Δεν θυμάμαι αν του χαμογέλασα και εγώ. Θυμάμαι όμως να παγώνω, σχεδόν να χάνω τις αισθήσεις μου… αλλά όχι δεν λιποθύμησα. Αν γινόταν αυτό θα με έλουζε η απόλυτη ντροπή και αυτό ήταν το τελευταίο που χρειαζόμουν για να συναντήσω τον όμορφο ξένο μου.
Τελικά η ώρα πέρασε. Αυτός δεν με κοίταξε ξανά. Το λεωφορείο άδειαζε από κόσμο, και εγώ παρέμεινα ήσυχα να τον κοιτάζω περιμένοντας ένα νόημα –ή μια ευκαιρία– για να έρθω πιο κοντά.
Και κάπου εκεί, ενώ κουβέντιαζα με τις σκέψεις μου, το όχημα σταμάτησε στην στάση του και εκείνος κατέβηκε.
Δεν ξέρω πως, τι και από πού άντλησα την δύναμη, αλλά έσπασα την ασάλευτη στάση μου και πετάχτηκα στην έξοδο – νομίζω πάτησα το πόδι μιας κυριούλας που καθόταν μπροστά μου, και μάλλον έσπρωξα ένα παιδί που προσπαθούσε να βγάλει ψιλά από την τσέπη του για το εισιτήριο. Ειλικρινά δεν με ένοιαζε τίποτα. Το μόνο που λαχταρούσα πλέον ήταν να δω ξανά εκείνο το χαμόγελο. Ένα χαμόγελο αποκλειστικά για μένα.
Και κάπως έτσι βρέθηκα έξω, σε ένα δρομάκι που πρώτη φορά έβλεπα, να ακολουθώ έναν ξένο στον οποίο ποτέ νωρίτερα δεν είχα καν μιλήσει. Παραδόξως ένιωθα πως γνώριζε πως τον ακολουθούσα. Ίσως να με είχε προσέξει από καιρό ή απλά να έδειξε ενδιαφέρον σήμερα – ποιος ξέρει γιατί.
Εκείνο το χαμόγελο όμως που μου χάρισε στην διαδρομή ήταν ένα σημάδι σιγουριάς. Ένα κάλεσμα.
Τα λεπτά περνούσαν και ο όμορφος ξένος μου προχωρούσε ευθεία με εμένα να τον ακολουθώ λίγα βήματα πίσω του. Ήθελα να δω το σπίτι του. Και εκεί, στην άκρη της πολυκατοικίας, θα του μιλούσα.
Τότε ο ξένος έστριψε! Πανικοβλήθηκα – ένιωσα πως θα τον έχανα. Η κίνηση του ήταν τόσο γρήγορη που νόμισα πως θα σβήσει μέσα στο σκοτεινό, μικρό σοκάκι που μπήκε. Επιτάχυνα λοιπόν το βήμα μου και πέρασα και εγώ στις σκιές φτάνοντας στην πλάγια είσοδο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Μέσα σκοτάδι, ο δρόμος μπροστά μου άδειος
«Τον έχασες!» σκέφτηκα παραπονεμένα. Και τότε το φως δίπλα μου άναψε, και κρατώντας την πόρτα ανοιχτή, ο όμορφος ξένος μου με κοιτούσε χαμογελαστός.
«Γεια σου. Με λένε Άγγελο».
Δεν είχα φωνή. Δεν είχα θάρρος. Απλά του έδωσα το χέρι και εκείνος μου το έσφιξε. Η παλάμη του ήταν ζεστή, και η χειραψία του δυνατή μα στοργική κάνοντας κάτι σαν ρεύμα ηλεκτρικό να διαπεράσει ολόκληρο το κορμί μου. Στεκόταν εκεί μπροστά μου χαμογελαστός, ενώ εγώ συνέχισα να τον κοιτάζω σαστισμένα.
«Ξέρεις… χάρηκα πολύ που ήρθες απόψε. Έλα επάνω!»
Και εγώ τον ακολούθησα. Λες και είχα υπνωτιστεί, μπήκα μαζί του στο στενό ανελκυστήρα, εγώ και αυτός – μαζί, για πρώτη φορά μαζί. Και όλα έμοιαζαν σαν όνειρο.
Όπως και να έχει, ο ανελκυστήρας μας έφερε στον όροφο του. Νομίζω πως ήταν ο πέμπτος…
Βγήκε πρώτος και άναψε τα φώτα. Μετά ακολούθησα εγώ και μαζί φτάσαμε μπροστά σε μια ξύλινη παλιά πόρτα. Τότε μου χαμογέλασε ξανά και μου είπε «Σ’ ευχαριστώ που ήρθες».
Έπειτα χτύπησε τρεις φορές την γροθιά του στο ξύλο και η πόρτα άνοιξε μπροστά μας.
Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν η μυρωδιά. Δεν ήταν άσχημη, αντιθέτως θα έλεγα – ήταν ένας συνδυασμός από λιβάνι με άλλα γλυκά μυρωδικά της φύσης.
Έπειτα πρόσεξα την φιγούρα: κάποιος (άντρας ή γυναίκα δεν μπορούσα να ξεχωρίσω λόγο της μάσκας) φορώντας ένα μακρύ μαύρο μανδύα που κάλυπτε ολόκληρο το σώμα του στεκόταν στην είσοδο. Το κεφάλι του ήταν εξίσου καλυμμένο από την κουκούλα αφήνοντας μονάχα το ψεύτικο πρόσωπο του ορατό. Τα μάτια του πίσω από τις τρύπες της μάσκας με περιεργάζονταν και για μια στιγμή νομίζω πως ήθελα να με αγγίξει.
«Ο προφήτης ήρθε» είπε ο Άγγελος, και πιάνοντάς με ευγενικά από το χέρι με οδήγησε μέσα στο διαμέρισμα.
Ο χώρος ήταν φωτισμένος με μερικά διάσπαρτα λευκά κεριά και έτσι δεν μπορούσα να δω κάθε λεπτομέρεια του χώρου. Δεν υπήρχαν βέβαια και πολλά να δω καθώς μετά τον διάδρομο, το κεντρικό δωμάτιο ήταν άδειο από έπιπλα. Μονάχα στο κέντρο υπήρχε ένα ωοειδές δοχείο σε χρώμα ασημί, αρκετά μεγάλο για να χωρέσει έναν άνθρωπο. Γύρω του στέκονταν ακόμη τέσσερα άτομα, όλοι ντυμένοι με τους ίδιους μαύρους μανδύες.
Από κανέναν δεν καταλάβαινα το φύλο ή την ηλικία καθώς όλοι κάλυπταν τα πρόσωπα τους με περίεργες μάσκες. Το όλο σκηνικό ήταν απόκοσμο μα ακόμη πιο τρελό ήταν η δική μου στάση.
Αντίθετα με πριν, την διαδρομή στο λεωφορείο και το βάδισμα στην ξένη γειτονιά, τώρα δεν ένιωθα απολύτως κανένα φόβο λες και… λες και βρέθηκα ξανά στο σπίτι μου! Όμως αυτό δεν ήταν το σπίτι μου. Αυτοί δεν ήταν οι γονείς μου. Και αυτό στο κέντρο του δωματίου σίγουρα δεν ήταν το κρεβάτι μου.
Άφησα το χέρι του Άγγελου και πλησίασα σιγά-σιγά στο κέντρο. Το δοχείο δεν ήταν άδειο – το πρόσωπο μου καθρεπτιζόταν σε κάτι υγρό: νερό;
Τότε ένας από τους μασκοφορεμένους με πλησίασε και με έρανε. Μετά ένας άλλος μου άγγιξε το μέτωπο. Ο τρίτος μου χάιδεψε τα χέρια και το τελευταίος έβαλε την παλάμη του στο στήθος μου.
Πίσω τους στεκόταν ο Άγγελος που τώρα πια φορούσε και αυτός ένα μαύρο μανδύα. Με πλησίασε και μου ψιθύρισε στο αυτί «Είσαι εδώ για να μάθεις. Είμαστε εδώ για να μάθουμε. Εσύ είσαι ο προφήτης!»
Και αφού με κοίταξε μου χαμογέλασε ξανά με εκείνο το ζεστό του τρόπο.
Στο μεταξύ οι τέσσερις επέστρεψαν στην θέση τους μουρμουρώντας ρυθμικά κάτι που θύμιζε αρχαία γλώσσα. Ο πέμπτος κρατώντας ένα μικρό καμπανάκι, δονούσε στα τέσσερα σημεία του δωματίου προφέροντας κάποια λόγια. Και ο Άγγελος… ο Άγγελος άρχισε να με γδύνει βγάζοντας μου αργά-αργά κάθε ρούχο που σκέπαζε το κορμί μου.
Έπειτα μου έδωσε να πιω ένα πηχτό υγρό και με βοήθησε να μπω μέσα στο δοχείο.
«Κλείσε τα μάτια σου» μου ψιθύρισε σφίγγοντας μου το χέρι «και μην φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά!»
Τότε ο ρυθμός άλλαξε και οι μαυροντυμένοι άγνωστοι έψαλαν κάτι που τώρα μπορούσα να καταλάβω. Δεν ξέρω από πού, δεν ξέρω πότε αλλά δεν ήταν πρώτη φορά που άκουγα αυτό το όνομα. Ήταν μια περίεργη λέξη βγαλμένη λες και από όνειρο: Κθούλου… Κθούλου…
«Ία Ία Κθουυλουυ, Ία Ία Κθουυλουυ, Ία Ία Κθουυλου» υμνούσαν οι άγνωστοι παρασέρνοντας με σε μια ζαλάδα που έκανε το σώμα μου να χαλαρώσει. Κάπως έτσι αφέθηκα μέσα στο υγρό και άρχισα σιγά-σιγά να βυθίζομαι χάνοντας τις αισθήσεις μου μέχρι που…
σιωπή – οι φωνές είχαν σβήσει – τα φώτα των κεριών δεν υπήρχαν πια – όλα ήταν κενό – τίποτα … μα
Κάτι υπήρχε στο βυθό. Ένας ήχος από μακριά, μια απόκοσμη μουσική που με πλησίαζε… και ξαφνικά… το σώμα μου βάρυνε, οι αισθήσεις μου επανήλθαν και ένιωσα να πνίγομαι μέσα σε αλμυρό νερό. Γύρω μου υπήρχε σκοτάδι, το πηχτό μαύρο της νύχτας όταν δεν έχει φεγγάρι αλλά μόνο αστέρια. Και με μια δυνατή κίνηση κατάφερα να βγω στην επιφάνεια. Το κεφάλι μου ξεμύτισε πάνω από τους παφλασμούς των κυμάτων. Δεν ξέρω που βρισκόμουν αλλά η θάλασσα στην οποία κολυμπούσα τώρα ήταν άγρια σαν κάτι μεγάλο να την αναστάτωνε. Κάτι που σύντομα μπόρεσα να διακρίνω από μακριά.
Στην αρχή ήταν πύργοι που έμοιαζαν να σκίζουν τον ουρανό με το ύψος τους. Έπειτα ακολούθησαν οι κυβοειδής άκρες από αλλόκοτα κτίρια. Στην συνέχεια εμφανίστηκαν ακόμη πιο παράξενοι σχηματισμοί που δεν έχω λέξεις για να τους περιγράψω. Καταλάβαινα όμως πως ότι και αν ήταν, σηκωνόταν από τον βυθό της θάλασσας. Μεγαλειώδες, τιτάνιο και απερίγραπτα αρχαίο.
Ήταν μια πόλη κλεισμένη στο νερό. Ξεχασμένη από τον χρόνο. Αφημένη στην άβυσσο των ωκεανών – μαύρη σαν την νύχτα, αινιγματική όσο τίποτα άλλο και τώρα πλέον βρισκόταν υψωμένη ολάκερη μπροστά μου.
Σιγά σιγά τα νερά ηρέμησαν. Τα μεγάλα κύματα έγιναν απαλές κινήσεις και η άλλοτε αγριεμένη θάλασσα σώπασε αφήνοντας με να θαυμάσω την πολιτεία που έκρυβε στην αγκαλιά της.
«Τι βλέπεις;» άκουσα την φωνή του Άγγελου να φτάνει από μακριά. «Μίλησε μου προφήτη!» είπε πάλι και ένιωσα το σώμα μου να γίνεται βαρύ και να βυθίζεται, να μικραίνει μέσα στον ωκεανό και να σβήνει ξανά στο απόλυτο μαύρο του τίποτα.
«Καλός ήρθες πίσω προφήτη»… ο ήχος από την φωνή του μου έκανε να ανοίξω τα μάτια. Γύρω του στέκονταν οι πέντε μασκοφορεμένοι, να με κοιτάζουν ανυπόμονα. Πλέον γνώριζα τι γινόταν. Ήξερα τις λέξεις και το νόημα τους. Και ανοίγοντας τα βρεγμένα μου χείλια ψέλλισα «Η R’lyeh αναδύθηκε ξανά»…
Διαβάστε εδώ, την ιστορία μου: Η Επιστροφή.
Διαβάστε περισσότερα...

Halo Manash – A proper ambient music for all who wish to feel the Current of the Great Old Ones!
Halo Manash is an entity drawing its life-force from beyond all limitations. It is a means through which we communicate, a vehicle for bridging the worlds of being and non-being, for journeying to the depths and heights. It is a call – a symbol ever-present and thus not bound by limits of time and space.
Halo Manash signifies both the one and the many at the same time: the abstract and the concrete, the hidden and the revealed... the ever-flowing; evolution, expansion, the cyclic yet progressive continuity.
It is the aim of the personnel involved in Halo Manash to seek, explore, experience, study and decipher reflections of the ever-shifting shapes and spaces of different worlds. These findings are presented through elemental music and various visual elements. In Halo Manash, sound and movement come together as rhythmical language that facilitates communion with elemental beings. Our aim is to revitalise one of the oldest subconscious forms of communication, to open the gates with the aid of music and widen the horizon of perception concerning states of otherness lying in-between the cardinal directions.
Halo Manash is a pilgrimage to the borderlands of dreams, pure consciousness, and primal being – and beyond.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την δισκογραφία του συγκροτήματος, δείτε εδώ.
Όπως και το επίσημο site διανομής, το Aural Hypnox.
![]()
Είναι πολλοί οι καλλιτέχνες που έχουν μελοποιήσει αποσπάσματα από το έργο του Λάβκραφτ ή που έχουν συνθέσει δικά τους μουσικά πειράματα. Πρώτη φορά όμως συναντώ μια δημιουργία που πραγματικά «τρυπάει» τον μυαλό!
Πρόκειται για το Transbiomorph’s Necronomicon, μια συλλογή από 5 κομμάτια εμπνευσμένα από το ακατονόμαστο μαύρο τόμο, και το βιβλίο της Asenath Mason, Necronomicon Gnosis (2007). Πίσω από την παραγωγή βρίσκεται ο βραζιλιάνος Edgar Franco (Posthuman Tantra) ο οποίος καταφέρνει με την αλλόκοτη μουσική του να δημιουργεί μια μοναδική εμπειρία, μια ηχητική αίσθηση που μοιάζει να διασπά από μακρινές διαστάσεις τα φίλτρα της ανθρώπινης σκέψης για να μείνει στο τέλος η ψυχή γυμνή και απροστάτευτη, έτοιμη να δεχτεί τους ύμνους για την αφύπνιση των Μεγάλων Παλαιών.
Το εν λόγω soundtrack μπορεί να χρησιμοποιηθεί κάλλιστα και σε τελετουργικά του Ρεύματος!
Για περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτό το μοναδικό ακουστικό κατασκεύασμα της σκοτεινής sci-fi industrial μουσικής σκηνής, θα βρείτε εδώ, και εδώ.
Διαβάστε επίσης εδώ, μια εξαιρετική συνέντευξη του καλλιτέχνη.

Μια από τις ταινίες που ενθουσίασαν αλλά μαζί, δίχασαν το κοινό στο φετινό Φεστιβάλ για τον Λάβκραφτ που έγινε στην Αμερική, ήταν η ταινία Lovecraft Paragraphs. H παραγωγή δέχτηκε θερμά σχόλια από τον S.T. Joshi, αλλά προκάλεσε την διαφωνία πολλών άλλων σκηνοθετών που παραβρέθηκαν στην εκδήλωση. Ήταν λοιπόν ή όχι μια από τις σημαντικότερες ανεξάρτητες ταινίες της Μυθολογίας Κθούλου;
Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα σχόλια για την αντίδραση του κοινού, πατήστε εδώ.
Σήμερα το soundtrack της ταινίας κυκλοφόρησε κανονικά προς πώληση. Περιλαμβάνει 40 tracks με μουσική και αποσπάσματα από τα έργα του Λάβκραφτ συνοδευμένα από ηχητικά εφέ και πραγματικά spooky ambient ήχους. Το μουσικό αρχείο πωλείτε αποκλειστικά μέσω Amazon και σε μορφή mp3.
Περισσότερες πληροφορίες για την ταινία και τον δημιουργό της, θα βρείτε εδώ.

A Trip Into Unknown Kadath
Black Acid Prophecy
Μουσικό CD
Αν και δεν είναι σύμφωνο στα μουσικά μου ακούσματα, η μπάντα Black Acid Prophecy (δηλαδή ο Paul Allih και ο Curtis D. Cousins) από την Florida των ΗΠΑ, κυκλοφόρησαν μια νέα μουσική συλλογή εξ ολοκλήρου εμπνευσμένη από την Μυθολογία Κθούλου.
Τα μουσικά κομμάτια μπορείτε να τα κατεβάσετε δωρεάν από εδώ.
Οι τίτλοι περιεχομένων, έχουν ως εξής:
01. The Doom That Came To Sarnath
02. Lurking Fear
03. Whisperer In The Darkness
04. Herbert West
05. From Beyond
06. Ex Oblivione
07. Cool Air
08. Shadow Over Innsmouth
09. Colour Out of Space
10. The Horror At Red Hook
11. At The Mountains of Madness
12. Dream Quest of Unknown Kadath
Προσωπικά δεν εντυπωσιάστηκα από την ποιότητα του ήχου ή των στοίχων, καθώς προτιμώ περισσότερο πομπώδεις μουσικές εκφράσεις που να τονίζουν το ατμοσφαιρικό στοιχείο (βλ. Necronomicon από Nox Arcana ή The Unquiet Void από Poisoned Dreams), πόσο δε αν κάποιος ασκείτε πάνω στο Ρεύμα του Νεκρονομικόν, τότε ασφαλώς θα χρειαστεί ambient συνοδευτικά όπως χαρακτηριστικά είναι το At the Throne of Μelek Taus του Lapis Niger… αλλά παρόλ’ αυτά, οποιαδήποτε κίνηση υπάρχει σήμερα στα πλαίσια του mythos είναι σημαντικό να προωθείτε, και κάπως έτσι προκύπτει αυτό το post.

Η Επιστροφή
Μια ιστορία της Μυθολογίας Κθούλου
από τον Γιώργο Ιωαννίδη
Έχω σκεφτεί πολλές φορές να πεθάνω, να στερήσω από τον ίδιο μου τον εαυτό την ζωή. Και λέγοντας αυτό δεν εννοώ να πέσω από κάπου ψηλά ή να αυτοπυροβοληθώ. Όχι, αυτό που θα επέλεγα είναι ο ύπνος. Είναι η ξεκούραση αυτό που δεν έχω και είναι αυτό που ζητώ πιο πολύ τώρα.
Στην αρχή ήταν η αγωνία για την πρωτιά, έπειτα οι θυσίες που μέρα παρά μέρα χρειάζονταν για να κρατηθεί ψηλά το κεφάλι, για μην αφήσεις κανέναν να καταλάβει πως μέσα σου σβήνεις και βυθίζεσαι σε μια περίεργη άβυσσο δίχως συναισθήματα. Μα μάταια γιατί ένα ένα τα πιόνια εγκαταλείπανε την σκακιέρα…
Στην αρχή ήταν οι φίλοι, έπειτα η σχέση, στο τέλος μένεις άδειος και μόνος, μόνος από αγαπημένους αλλά και από τον ίδιο τον εαυτό σου.
Και κάπου εκεί, μέσα στην αλλόκοτη και παγωμένη μοναξιά το μόνο που θέλεις είναι να κοιμάσαι.
Περνούσα ώρες στο κρεβάτι, κοιμόμουν με την ελπίδα πως μαζί με τα όνειρα θα ερχόταν ο θάνατος. Όμως δεν γινόταν τίποτα και η ζωή συνέχισε πεισματικά να τροφοδοτεί τις ημέρες μου ακόμη και αν όλα γύρω μου γκρεμίζονταν.
Στην αρχή ήταν οι φίλοι, έπειτα η σχέση, στο τέλος μένεις άδειος και μόνος…
Η δουλειά σταματά – σε διώχνουν. Το φως σταματά – στο κόβουν. Και το σπίτι αρχίζει να μυρίζει κλεισούρα. Παίρνεις την απόφαση να πεθάνεις από αδιαφορία προς το σώμα σου, αλλά τίποτα… κάτι μέσα μου με κρατούσε ζωντανό. Τώρα πια νομίζω πως ξέρω… τότε όμως;
Έχω σκεφτεί πολλές φορές πως χάνω το μυαλό μου, στην αρχή ήταν απλά ένα περίεργο αίσθημα όταν μερικές φορές κοιταζόμουν στο καθρέπτη. Έμοιαζε σαν το είδωλο που αντίκριζα να ήταν η εικόνα ενός ξένου. Αργότερα άκουγα ήχους να φτάνουν στα αφτιά από ανύπαρκτες πηγές. Ο γιατρός είπε πως ήταν από το άγχος. Μου έδωσε και μερικά χάπια για να χαλαρώσω ενώ κάποιοι συνάδελφοι μου δίνανε κουράγιο. Λόγια φτιαγμένα από αέρα, δίχως βάρος…
Και έτσι καθόμουν μόνος ξανά στο έρημο σπίτι, στο ξέστρωτο κρεβάτι να κοιτάζω τα χάπια, να τα παίζω στα δάχτυλα και να χάνομαι στα χρώματα τους.
Μια φορά σκέφτηκα να πάρω ολόκληρο το κουτί. Δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Είναι αυτό το κάτι που με κρατούσε τόσο καιρό ζωντανό ίσως … αυτό που με έφερε εδώ τώρα.
Έχω σκεφτεί πολλές φορές τι θα μπορούσε να με ξεκούραζε για πάντα. Συχνά ήθελα να πεθάνω με τρόπους αθόρυβους σαν το βάδισμα της γάτας. Άλλοτε πάλι έλεγα πως θα αρχίσω από την αρχή. Μα στο τέλος δεν είχα την δύναμη.
Στην αρχή βλέπεις ήταν οι φίλοι, έπειτα η σχέση, στο τέλος άδειος, μόνος και αδύναμος. Έτσι περνούσα ώρες (μέρες ή βδομάδες;) στο κρεβάτι μακριά και από την τελευταία στάλα ελπίδας.
Θυμάμαι ακόμη την δυσκολία να σηκωθώ, να στέκομαι στην άκρη των βρόμικων σεντονιών κοιτώντας το πάτωμα, τα πόδια, το παλιό χαλάκι που μου είχε κάνει δώρο η μάνα μου όταν πέρασα σ’ αυτό το σπίτι.
Ήταν μια μέρα (ή νύχτα;) που κοιμήθηκα πιο πολύ, που ο ύπνος ήταν βαρύς και το σώμα αδύναμο να αντισταθεί. Ήταν τότε που άκουσα για πρώτη φορά τον ήχο.
Πιο πριν νόμιζα πως με ακολουθούσε στην δουλειά, στον δρόμο, μέσα στην πολυκατοικία – ήταν τότε που όλοι έλεγαν πως είχα κουραστεί πολύ.
Τώρα όμως ήταν διαφορετικά – ήταν δίπλα μου, πίσω μου, μέσα μου παντού… ένας γδούπος ρυθμικός σαν τον παλμό μιας καρδιάς. Ήταν μήπως η δική μου η καρδιά;
Δεν ξέρω, δεν μπόρεσα να μάθω… γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ τώρα, αναζητώντας απαντήσεις. Που είμαι τώρα; Μπροστά στον ωκεανό και αγναντεύω! Κάθομαι πάνω στα πιο ακριανά βράχια. Είναι απόγευμα και ο ήλιος έχει χαμηλώσει αρκετά. Έχω λίγο φως ακόμη όμως για να σημειώσω αυτές τις αράδες. Και μετά σκοτάδι… σιωπή.
Έχω σκεφτεί πολλές φορές να πεθάνω. Να σταματήσω τον θόρυβο από τις σκέψεις μου, τις ατελείωτες σφίγγες που τριγυρίζουν ενοχλητικά στις συνάψεις μου. Δεν ήθελα να το κάνω με τρόπο βίαιο. Δεν ήθελα να δω το αίμα μου να ποτίζει τους τοίχους. Ήθελα απλά να ξεκουραστώ, να κοιμηθώ και να σιωπήσω.
Μα όταν ξάπλωνα ο γδούπος ερχόταν πάντα… τις πρώτες φορές βέβαια ήταν αδύναμος. Λίγο καιρό μετά δυνάμωσε και τότε… αχ, τότε…
Στεκόταν εκεί στην άκρη του δωματίου και με περιεργαζόταν με το παράξενο βλέμμα του. Την πρώτη φορά που το είδα ήταν απλά μια σκιά που ελάχιστα μπορούσες να διακρίνεις για το σώμα που την σχημάτιζε. Την επόμενη φορά όμως η φιγούρα ήταν ευδιάκριτη. Το λιγοστό φως από τις χαραμάδες του παραθύρου χτυπούσε πάνω στο σκούρο πράσινο δέρμα του φανερώνοντας τις λεπτομέρειες στο χοντρό του κεφάλι.
Δεν βρίσκω λόγια για να περιγράψω το πλάσμα αυτό, δεν έχω τις λέξεις. Δεν έχω τις γνώσεις ή ίσως είμαι τρελός. Για έναν σώφρον όμως, αυτό που με παρακολουθούσε τις νύχτες θα πρέπει να ήταν κάποιου είδους ακατονόμαστης διασταύρωσης ανθρώπου με βάτραχο!
Θα αναρωτιέσαι ίσως αν τρόμαξα. Η αλήθεια είναι πως ναι, στην αρχή τουλάχιστον γιατί μερικές βραδιές μετά από τις συνεχιζόμενες επισκέψεις του, είχα αρχίσει να το συνηθίζω.
Τι ήταν αυτό το πλάσμα που γλιστρούσε τις νύχτες (ή ήταν μέρες;) στο άδειο μου δωμάτιο; Μήπως μου μίλησε ποτέ; Όχι, ούτε και εγώ το ρώτησα απλά κάθε φορά κοίταζε ο ένας τα μάτια του άλλου. Και αυτό έμενε εκεί, ασάλευτο ανάμεσα στις σκιές της γωνιάς του δωματίου, σαν να περιμένει κάτι, σαν να θέλει να μου πει κάτι.
Μέχρι μια μέρα –μια μέρα πριν έρθω εδώ– ξυπνώντας αντίκρισα το πλάσμα να βρίσκεται δίπλα σχεδόν στο πρόσωπο μου. Η ανάσα του ήταν αυτή του ψαριού, το δέρμα του θύμιζε αυτό της σαύρας, το βλέμμα του όμως… όχι δεν ήταν ανθρώπινο, ούτε καν κτηνώδης αλλά γέννημα μιας εξωγήινης σύνθεσης που δύσκολα μπορεί κανείς ακόμη και αν είναι ποιητής, να περιγράψει σωστά.
Και με το βλέμμα του κατάφερε να με κοιμίσει πάλι. Αλλά προτού το κάνει, μου άφησε πάνω στο σεντόνι, δυο δάχτυλα από το πρόσωπο, ένα γκριζωπό βότσαλο.
Την επομένη, όταν σηκώθηκα και βρήκα το μικρό αυτό δώρο να με περιμένει, ναι το ομολογώ, ένιωσα χαρά. Τινάχτηκα από το κρεβάτι και γελώντας δυνατά έφερα το κοκαλιάρικο μου σώμα στην ντουλάπα για να το ντύσω. Είχα χάσει πολλά κιλά, τα γένια και τα μαλλιά μου είχαν πυκνώσει τόσο πολύ που δύσκολα μπορούσε κάποιος να διακρίνει την αληθινή μου ηλικία. Αλλά παρά την αδυναμία, την έλλειψη του φαγητού και την αφυδατωμένη μου κράση, ήθελα να χορέψω, να γελάσω να ζήσω.
Τώρα πια ήξερα τι έπρεπε να κάνω και έτσι έκανα. Έφτασα εδώ, μπροστά στον ωκεανό, με μόνη παρέα το μικρό σημειωματάριο που γράφω αυτές τις σειρές και το γκρίζο μυστηριώδης βότσαλο που ο φίλος μου από την άβυσσο μου άφησε σαν δώρο.
Σε λίγο θα βρίσκομαι κοντά του. Θα με ταξιδέψει μακριά σε τόπους που κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει πια τον τρόπο για να προφέρει τα ονόματα τους. Εκεί όμως θα βρω επιτέλους την αλήθεια, εκεί πέρα μακριά, στην άβυσσο του ωκεανού της αρχαίας νύχτας.
Λίγες στιγμές μείνανε ακόμη, μα ήδη θαρρώ πως ακούω τον ίδιο πάλι γδούπο. Μόνο που τώρα είναι πιο καθαρός, πιο δυνατός, ένα ατάραχο κάλεσμα για την επιστροφή μου.
Κλείνω τα μάτια και αφήνω το αεράκι να γλύψει την σάρκα μου. Τα κύματα ολόγυρα χτυπάνε τα βράχια. Η αναμονή φτάνει στο τέρμα της. Σφίγγω για μια τελευταία φορά το βότσαλο. Χαϊδεύω με τα δάχτυλα μου το σμιλεμένο σύμβολο που φιλοξενεί… και πηδάω.
Η τέχνη τού να μιλάς με πνεύματα μέσα από πίνακες δεν είναι καινούρια. Στην Κίνα, πριν τον Κομφούκιο (5ος αιώνας π.Χ.), χρησιμοποιούσαν παρόμοια όργανα για να έρθουν σε επαφή με τους νεκρούς. Στην Ελλάδα του Πυθαγόρα, η μαντική γινόταν με μια ταμπλέτα που κινούνταν πάνω σε ρόδες, δείχνοντας σημεία τα οποία ερμηνεύονταν ως αποκαλύψεις της άλλης πλευράς.
Άνθρωποι που μαζεύονταν γύρω από τραπέζια κρατώντας σφιχτά τα χέρια τους και ζητώντας από τους αόρατους αδελφούς να υψώσουν το τραπέζι, συναντιόντουσαν σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, την εποχή της ακμής του Πνευματισμού.
Παρόμοιες συνήθειες είχαν οι Ρωμαίοι από τον 3ο αιώνα μ.Χ. ακόμη, ενώ οι αυτόχθονες Αμερικάνοι χρησιμοποιούσαν τις πλακέτες squdilatic για να μιλήσουν με τους προγόνους τους και έτσι να αποκτήσουν πληροφορίες για τον κόσμο των ζωντανών!
Το 1853 ο Γάλλος πνευματιστής M. Plancette εμπνεύστηκε τη δημιουργία μιας λεπτής επιφάνειας σε σχήμα καρδιάς με τρία πόδια, δυο από τα οποία στηρίζονταν σε ροδάκια και το τρίτο έφερε ένα μολύβι. Ο χρήστης ακουμπά απαλά τα χέρια του επάνω στην επιφάνεια και αφού επικαλεστεί το πνεύμα, αφήνεται στην ελεύθερη κίνηση του μηχανισμού, που στριφογυρίζοντας πέρα δώθε, γράφει ολόκληρα μηνύματα ή ζωγραφίζει εικόνες από τον άλλο κόσμο!
Η εφεύρεση αυτή ονομάστηκε planchette και αποτελεί την αρχή της αυτόματης γραφής –που ορισμένοι από εσάς ίσως έχουν δει να εκτελούν μερικά τηλε-μέντιουμ της Αθήνας– όπως και του φημισμένου πίνακα Ouija.
Ο εν λόγω πίνακας είναι μια εφεύρεση του Αμερικάνου Elijah J. Bond (1892) και η ονομασία του προέρχεται από το συνδυασμό των λέξεων oui και ja, που είναι οι λέξεις ναι στα Γαλλικά και τα Γερμανικά αντίστοιχα.
Όσοι ενδιαφέρεστε να μάθετε περισσότερα για την ιστορία και τις δυνατότητες πρακτικής εφαρμογής του πίνακα Ouija, σας παραπέμπω στο σχετικό άρθρο μου στο τεύχος 23 του περιοδικού mystery. Επίσης, αξίζει να μελετήσετε το βιβλίο του J. Edward Cornelius, Aleister Crowley and the Ouija Board (2005) που παρουσιάζει μια εντελός άγνωστη πτυχή της ζωής του μεγάλου μάγου Άλιστερ Κρόολυ, ο οποίος ενδιαφέρθηκε θερμά και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τον πίνακα Ouija.
Όσον αφορά τέλος την εικόνα που συνοδεύει αυτό το post, πρόκειται για ένα προϊόν που εντόπισα μόλις σήμερα στο διεθνές e-bay. Πρόκειται για μια καλαίσθητη πλακέτα αξίας 25 δολαρίων με εικονογράφηση από την αξιέπαινη δουλειά του John Coulthart (βλ. The Haunter of the Dark: And Other Grotesque Visions, 2006).
Μπορεί να μοιάζει περίεργη η απεικόνιση του Λάβκραφτ πάνω στον πίνακα, η αλήθεια είναι όμως πως μέχρι σήμερα, το εργαλείο αυτό κυκλοφορεί με εκατοντάδες διαφορετικές αναπαραστάσεις (δείτε και εδώ τα δείγματα που προσφέρει το σχετικό Μουσείο).
Η ποικιλία αυτή έχει εμπορικό όσο και ψυχολογικό χαρακτήρα. Βλέπετε, υπό την κατάλληλη ατμόσφαιρα, τα σωστά ερεθίσματα ενισχύουν τις εσωτερικές ψυχικές μας δυνάμεις που διευκολύνουν την επαφή με την άλλη πλευρά.
Μπορεί λοιπόν το Ouija board του Λάβκραφτ να λειτουργήσει και για εσάς; Δεν έχετε παρά να δοκιμάσετε για να μάθετε…

Tales Of The New Isis Lodge
CD
Probably the first Musical inspired by the creative occultism of Kenneth Grant, Tales Of The New Isis Lodge presents 65 minutes of lush and occult exotica issuing from a transplutonic transmitter.
Drawing its structure from the ultra decadent and ornate rituals described in Grant's book Hecate's Fountain English Heretic guide you through Egyptian pre-history to the fungi of Yuggoth, re-imagine flower power in an Indian Tantric idiom, describe the workings of Chinese sorcerers, realise the neither-neither hidden within the jump rhythms of Count Basie and invoke Choronzon in the Crimson Desert. Aeons in its reification and packaged in delicious artwork, stylised as a homage to Grant's Typhonian tomes.
CD Track Listing:
1] Typhonian Museum Piece
2] She Comes In Kalas
3] Tales Of The New Isis Lodge
4] Earth's Lament To The Stars
5] Cult Of The Ku
6] Vevers Of The Void
7] Les Voltigeurs
8] Secret Organization Of The Zotzil
9] Rite Of Kepra
10] Demon Feast / The Dagger Of Bou Said
Purchase here: http://english-heretic.org.uk
More info here: http://mauvezonerecordings.blogspot.com

Dark Grimoire Tarot
Michele Penco
Εκδ.: Los Scarabeo
Ο βασικός μηχανισμός μιας τράπουλας Ταρώ είναι να επιτρέπει στο νου του χρήστη να προβάλει με όσο γίνεται λιγότερο συνειδησιακό φιλτράρισμα, αλήθειες που βρίσκονται στο ασυνείδητο πεδίο. Ή για να το πω πιο απλά, λειτουργική είναι εκείνη η τράπουλα που σαν γυαλισμένος καθρέπτης αντανακλά την εικόνα του πραγματικού που βρίσκεται μέσα στην ψυχή μας.
Η δεύτερη βασική χρήση μιας τράπουλας Ταρώ είναι να αποτελείτε από ένα εύστοχο συνδυασμό συμβόλων με τρόπο τέτοιο ώστε να επιτελούν ένα μυητικό έργο σ’ αυτόν που θα σκύψει επάνω στις κάρτες για να εργαστεί σοβαρά μαζί τους.
Η τράπουλα του Michele Penco αποτυγχάνει σε όλα (χαρακτηριστικά, μου θυμίζει έναν νεαρό που είχα γνωρίσει κάποτε, και ο οποίος θέλοντας όπως μου έλεγε να ασκηθεί στην πρακτική μαγεία και τον Δρυϊδισμό, αγόρασε το Tarot of the Secret Forest, μια τράπουλα με νεράιδες!!) Πρόκειται ουσιαστικά για μια ακόμη εμπορική εκμετάλλευση των φίλων της Μυθολογίας Κθούλου που συγκεντρώνουν –λες και αναζητούν τις σκορπισμένες σελίδες του Al Azif– οτιδήποτε κυκλοφορήσει στην αγορά με την στάμπα του Νεκρονομικόν!
Κάπως έτσι, έπεσα και εγώ θύμα αυτής της… μανίας, παραγγέλνοντας μια ακόμη τράπουλα που έκδωσε το 2008 η Los Scarabeo (δηλαδή ο εκδοτικός οίκος Llewellyn, o ίδιος που έχει βγάλει τα Νεκρονομικόν του Tyson).
To artwork είναι εξαιρετικό, μόνο που θα ταίριαζε περισσότερο σε σύγχρονο κόμικ ή σε κάποια από τις παλιές σειρές του Magic the Gathering. Σίγουρα όμως, η εικονογραφία δεν προσφέρει τίποτα σ’ αυτόν που θέλει να αποκτήσει την Τράπουλα του Σκοτεινού Γριμορίου (ή Tarot del Necronomicon όπως αναγράφετε στην πίσω πλευρά του πακέτου) για να την χρησιμοποιήσει σε κάποια μαγική εργασία.
Όσον αφορά τέλος τις οδηγίες, η εισαγωγή στην Μυθολογία Κθούλου και στην σχετικότητα των μαγικών παραδόσεων είναι συμπαθητική, αλλά δεν προσφέρει κάτι πραγματικά καινούργιο στο όλο θέμα.
Αν τώρα θέλετε να διαβάσετε και μια δεύτερη (πιο θετική) γνώμη, δοκιμάστε εδώ, μονάχα που διαφωνώ κάθετα στα σχόλια περί του πόσο πραγματικά disturbing είναι οι εν λόγω κάρτες! Προφανώς δεν γνωρίζει τα Sinister Tarot του Christos Beest από το ΟΝΑ…

The Strange Adventures of H.P. Lovecraft
Images Comics Publication
Ένα νέο, πολλά υποσχόμενο κόμικ θα κάνει σύντομα την παρουσία του στην διεθνή αγορά. Πρόκειται για το The Strange Adventures of H.P. Lovecraft από την Images.
Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται για μια δυνατή και μεγάλη παραγωγή, που τονίζει όμως τα σημερινά δεδομένα της αμερικάνικης pop αντίληψης: βία, monster-hunting και επιδερμικό σενάριο! Όπως και να έχει, αποτελεί μια προσθήκη στην τρέχουσα λίστα της λαβκραφτικής ακμής, επιβεβαιώνοντας αυτό που αναφέρω συνέχεια, πως τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότερο παράγονται είδη ψυχαγωγίας με λαβκραφτικό περιεχόμενο, και αυτό διότι η συλλογική ψυχολογία μας ταιριάζει απόλυτα με την ιδιοσυγκρασία των πρωταγωνιστών στις ιστορίες του Χάουαρντ!
Πρόκειται δηλαδή για σκεπτικιστές/αγνωστικιστές μετά-αστούς που βιώνουν με τρόμο την μοναξιά μέσα σ’ ένα γυμνό από ελπίδα σύμπαν, μα συνάμα κατοικημένο από αλλόκοτες υπάρξεις – περίεργες διότι δεν ταιριάζουν στην υπάρχουσα αντίληψη μας, στα νοητικά στεγανά, και στα δόγματα με τα οποία έχουμε οικοδομήσει την ψευδαίσθηση της ασφάλειας μας!
Όπως και να έχει το παραπάνω κόμικ δεν είναι το μοναδικό που κυκλοφορεί αυτή την περίοδο στην αγορά. Η Boom για παράδειγμα έχει στηρίξει μεγάλο μέρος των προϊόντων της στο mythos, όπως επίσης υπάρχει αυτό, αυτό (ναι υπάρχουν και άλλα!), αυτό, αυτό (αν είναι δυνατόν!), αλλά και αυτό!!!
Αξίζει να σημειώσω τέλος πως η Universal αγόρασε τα δικαιώματα για να μεταφέρει την σειρά στην Μεγάλη Οθόνη!! Την ταινία θα σκηνοθετήσει ο Ron Howard!

Α Lovecraft Retrospective
Εκδόσεις: Centipede Press
Σελ: 400
Η αξεπέραστη λογοτεχνική πένα του Χ. Φ. Λάβκραφτ, μας κληροδότησε ορισμένες από τις πιο εκφραστικές εικόνες τρόμου, παραστάσεις που ενέπνευσαν ένα μεγάλο αριθμό από καλλιτέχνες. Στο παρελθόν έχω παρουσιάσει πολλά κόμικς βασισμένα στον κοσμικό τρόμο του Χάουαρντ, ανάμεσά μας όμως κυκλοφορούν δυο σημαντικές hardcover συλλογές με σκίτσα και εικόνες που δεκάδες διαφορετικοί δημιουργοί έχουν εμπνευστεί από τις ιστορίες του παππούλη από το Providence.
Πρόκειται για το The Art Of H.P. Lovecraft's Cthulhu Mythos (Fantasy Flight Games, 2006) –με εικονογράφηση όλες τις παραστάσεις που διακοσμούν τη σειρά παιχνιδιών Call of Cthulhu– αλλά και για το A Lovecraft Retrospective (2008), μια απίστευτη σύνθεση με όλους σχεδόν τους πίνακες που έχουν ζωγραφιστεί κατά καιρούς με θέμα τη Μυθολογία Κθούλου. Η τιμή της δεύτερης συλλογής είναι κάπως τσουχτερή, αλλά αναμφισβήτητα αποτελεί το ιδανικό δώρο για όλους τους αληθινούς Cthulhu lovers!

Alan Moore's
Yuggoth Cultures and Other Growths
Εκδόσεις:Avatar Press
σελ.: 312
To Yuggoth Cultures and Other Growths είναι μια ξεχωριστή συλλογή με δέκα αυτοτελής εικονογραφημένες ιστορίες του Alan Moore, βασισμένες στην Μυθολογία Κθούλου. Πρόκειται για μια σύντομη σειρά κόμικς που είχε κυκλοφορήσει από την Avatar Press στα τέλη του 2003. Αν και εμπορικά δεν σημείωσε επιτυχία, έγινε αμέσως αγαπητή στους φανατικούς λάτρεις του mythos! Έτσι, το 2006, κυκλοφόρησε μια ειδική συλλογή με όλες μαζί τις επιμέρους ιστορίες, συνεντεύξεις των σκιτσογράφων, του ίδιου του Moore, αλλά και επεξηγήσεις για την σχέση των ιστοριών με το έργο του Χ. Φ. Λάβκραφτ.
